
Ένα διδακτικό περιστατικό για τις πολιτικές δίκες και τις σκευωρίες που μπορεί να στήσει το όποιο καθεστώς εναντίον αθώων ανθρώπων, περιγράφεται στον δικαστικό αγώνα των ηθικών και δίκαιων δικαστών Τερτσέτη – Πολυζωίδη να πείσουν τους υπόλοιπους δικαστές να μην καταδικάσουν σε θάνατο τον Κολοκοτρώνη, αφού τα «στοιχεία» ήταν ανύπαρκτα και κάποια μέχρι και πλαστά, και μόνο η βούληση της διεφθαρμένης εξουσίας ήταν που ήθελε έναν αθώο πατριώτη νεκρό.
Ο Τερτσέτης όχι μονάχα δεν τ’ αρνιέται πως γύρεψε, μ’ όλους τους τρόπους να τους συγκινήσει, μα στην απολογία του περηφανεύεται γι’ αυτό.
Ο Τερτσέτης όχι μονάχα δεν τ’ αρνιέται πως γύρεψε, μ’ όλους τους τρόπους να τους συγκινήσει, μα στην απολογία του περηφανεύεται γι’ αυτό.
«-Ναι, παραδέχτηκε, έκλαψα ενώπιον των τριών… Η εντολή “ου φονεύσεις” μ’ εφόβιζεν απαρηγόρητα, επειδή φόνος ασυγχώρητος είναι ο άδικος αποκεφαλισμός ανθρώπου. Ναι! σχεδόν εγονάτισα, φιλώντας τα χέρια των τριών.
Μα όλα πήγαν χαμένα -κι οι παρακλήσεις, και τα επιχειρήματα, και τα δάκρυα».
Οι τρεις άλλοι δικαστές μένουν ψυχροί κι αμετάπειστοι -προτιμάνε από τη δόξα που απόχτησαν ο Πολυζωίδης κι ο Τερτσέτης, να μείνουν, όπως τόσοι άλλοι πριν κι έπειτα απ’ αυτούς, δικαστές σκοπιμότητας.-Με τέτοια αποδεικτικά, τους φωνάζει για μια στιγμή ο Τερτσέτης ούτε δυο γάτοι δεν καταδικάζονται σε θάνατο!
Τίποτα… Οι δοτοί δικαστές ήταν από τους ανθρώπους που δεν έχουν ανάστημα να το ορθώσουν ενάντια στην εξουσία και τον καταδίκασαν!Ο Γέρος σαν άκουσε το “καταδικάζονται εις θάνατον” μισοσταυροκοπήθηκε μ’ απορία και λέει:
-Κύριε ελέησον! Μνήσθητι μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου…
Ύστερα βγάζει την ταμπακιέρα του, παίρνει μια πρέζα ταμπάκο κι αφού την ρούφηξε, πρόσφερε και σ’ όσους τον είχανε περιτριγυρίσει γυρεύοντας να τον παρηγορήσουν, που ανάμεσα σ’ αυτούς ήτανε κι οι συνήγοροι Βαλσαμάκης και Κλωνάρης.
-Αντίκρυσα, τους λέει, τόσες φορές το θάνατο και δεν τον φοβήθηκα. Ούτε και τώρα τον φοβάμαι.
Άλλοι αναστενάζουν, άλλοι βουρκώνουν, άλλοι κλαίνε μ’ αναφυλλητά. Μερικοί σκύβουν κι ευλαβικά φιλάνε το δοξασμένο γέρικο χέρι. Κάποιος απ’ αυτούς, με πνιγμένη φωνή, του λέει:
-Άδικα σε σκοτώνουν, στρατηγέ!
-Γι’ αυτό λυπάσαι; Καλύτερα που με σκοτώνουν άδικα, παρά δίκαια… του αποκρίνεται».
Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843 από εγκεφαλική συμφόρηση, αμέσως μετά το γάμο του μικρότερου γιου του Κολίνου και ετάφη στο Α Νεκροταφείο Αθηνών.
Φτωχός από υλικά αγαθά, αλλά πλούσιος από την αγάπη του απλού λαού και ευτυχής που πρόλαβε να δει την αγαπημένη του πατρίδα ελεύθερη. Μιας πατρίδας για την οποία αγωνίσθηκε σκληρά. Με αυταπάρνηση, μεγαλοψυχία, ήθος, όραμα και πίστη.
Στις 10 Οκτ. 1930 τα οστά του διακομίσθηκαν στο Μνημείο των Προκρίτων, δίπλα στην πλατεία Άρεως της Τρίπολης, για να τοποθετηθούν αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1993, σε ειδική κρύπτη στη βάση του ανδριάντα του, που τον αναπαριστά πάνω στο άλογό του και που αναγέρθηκε στο κάτω μέρος της πλατείας.
Σήμερα εκεί, στην πολυσύχναστη και ζωντανή αυτή πλατεία, οι διαβάτες και οι περιπατητές αμέριμνα προσπερνούν δίπλα από το μνημείο. Και γύρω του και κάτω του, μικρά παιδιά παίζουν ανέμελα τις Κυριακές. Αλλά υπάρχουν στιγμές, που από τα περήφανα βουνά του Μαινάλου που φαίνονται αντίκρυ, μια αύρα ανάλαφρη φυσσά. Μαζί μ’ ένα τραγούδι:
«“Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά, κι ο ήλιος στα λαγκάδια,
έτσι λάμπει κι η Κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι…».
έτσι λάμπει κι η Κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι…».
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου